Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Μαθαίνεις

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις



Χόρχε Λουίς Μπόρχες

(Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου)







Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου

ό,τι μου λείπει με προστατεύει

από κείνο που θα χάσω

όλες οι ικανότητές μου

που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής

με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό

άχρηστες, ανούσιες.

Ό,τι μου λείπει με διδάσκει

ό,τι μου 'χει απομείνει

μ’ αποπροσανατολίζει

γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν

σαν να 'ταν υποσχέσεις για το μέλλον.

Δεν μπορώ, δεν τολμώ

ούτ’ έναν άγγελο περαστικό

να φανταστώ γιατί εγώ

σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους

κατεβαίνω.

Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν

έγινε φίλη καλή

μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.

Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–

στέρησέ με κι άλλο

για να επιζήσω.


Αγγελάκη Κ.Ρ


ύπαρξη

...να βυζάξεις τη χαρά,,,να ρουφήξεις το γέλιο και να γευτείς τη γλύκα της ζωής...
αυτή είναι η ύπαρξη...
υπάρχω....

Μιλώ

Μιλῶ γιατὶ ὑπάρχει ἕνας οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει
Μιλῶ γιατὶ μιλοῦν τὰ μάτια σου
Καὶ δὲν ὑπάρχει θάλασσα δὲν ὑπάρχει χώρα


Ὅπου τὰ μάτια σου δὲ μιλοῦν

Τὰ μάτια σου μιλοῦν ἐγὼ χορεύω
Λίγη δροσιὰ μιλοῦν κι ἐγὼ χορεύω
Λίγη χλόη πατοῦν τὰ πόδια μου
Ὁ ἄνεμος φυσᾶ πού μᾶς ἀκούει

Γ.Σαρ

παν μέτρον ψυχής μέτρημα...

...χιλιόμετρα αγάπης..χιλιόμετρα υπομπνής...χιλιόμετρα,μίλια όπως θες πες τα ,μέτρα τα....
πόσα χιλιόμετρα χωράνε στην ψυχή?
πολλά..
γιατί η αγάπη,το δέσιμο,η λαχτάρα,η προσμονή,δε μετριούνται με το μέτρο..ούτε με το χιλιόμετρο...μόνο με την ψυχή...μ' αυτή μετριούνται όλα...
κι όταν χάσεις το μέτρημα τότε σημαίνει ότι τα βρήκες όλα...
βρήκες ότι χρειάζεσαι..
μην τ' αφήσεις όμως...κρατα το μέτρο,όχι το παν μέτρον,το άλλο το μέτρο,το μέτρημα..αυτό που σε γεμίζει και σου φωτίζει τη ζωή..
α,ρε ψυχή πόσα ξέρεις...
ακόμα και στο μέτρημα δεν τα χάνεις ποτέ...

παλιά-καινούργια

..οταν ακόμα και η παλιά μπλούζα που φοράς,δεν είναι παλιά...και τα παλιά παπούτσια που φοράς ούτε αυτά είναι παλιά....θέλουν πολλά λεφτά να τ΄αγοράσεις τα παλιά...θέλουν πολλά λεφτά για να δείξεις τα παλιά...παλιά-καινούργια...μούφα...
έχεις βάλει ρε φίλε πραγματικά παλιά??
η μόνο η εικόνα τους σου φτάνει...
κι η επανάσταση με τα παλιά δεν γίνεται να ξέρεις...
γιατί έτσι με τόσα παλιά κι η ψυχή στα παλιά μένει...

κι η ζωή για ν'αλλάξει θέλει καινούργια ψυχή...ολοκαίνουργια..!!!

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Ω, πες μου


Ω, πες μου αν δεν πιστεύεις ακόμη τα φαντάσματα!
τ' άλογα που έχουν φτερά για παραμυθένιους τόπους,
τις μάγισσες με βότανα για το θάνατο και την αγάπη
και το ανθρώπινο πλάσμα το απλό που μας παραδώσαν οι καιροί·
τα μαλλιά του ήταν ο ήλιος για το σκοτεινό μας πύργο.
Mα τί λέω! Eσύ δεν είσαι ξανθή και τώρα
όταν σε κοιτάζω είσαι η νύχτα μου
έτσι για να σου πω απόψε:
Eδώ 'μαι, αφού το θέλησες
όλος για να υπάρχω μ' εσένα·
δες αυτό το χέρι κρατάει
στον αγώνα του τη μοίρα
τα βουνά μετατοπίζει
κι άστρα παιγνίδια στα χέρια σου απιθώνει...

Αντωνίου Δ. I.

Aυγούστου οχτώ


Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ
Nαυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Tο παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Kαι το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Tο παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·

Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη
Tρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν
Mυστικά περάσματα πυγολαμπίδας
Aπό τα βάθη ζωής ανεστραμμένης
Mες στο κρύο ασπράδι των ματιών
Eκεί όπου ακινητεί ο Kαιρός
Kι η Σελήνη με τ' αλλοιωμένο μάγουλο

Aπελπιστικά σιμώνει το δικό μου·
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
"Mη". Kι ύστερα πάλι "Mη". "Mωρό μου".
"Tι σού 'μελλε", "Mια μέρα θα το θυμηθείς".
"Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά".
"Eγώ που σ' αγαπώ". "Πες πάντα". "Πάντα".

Kι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου
Που ανοίγεται στα δυο περιβολιού
Σβηστό απανθρακωμένο
Πάει και καταποντίζεται όλο το έχει σου
Aνεβαίνει απ' της ψυχής τ' απόνερα ένα
Kύμα θολό που οι φυσαλλίδες είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα

Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Mια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το δεις
Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι -
Όλα της αγκαλιάς τα ιερά του όρκου
Tίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο
Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ

Mέσ' απ' τη χλώρη του βυθού και πάλι
Tο ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα
Mονολογεί και συνθροεί τα φύλλα
Mονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:
"Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σού 'μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά".
"Σού 'μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά".

Kι άξαφνα σαν τα πριν και τα μετά ιδωμένα·
Bατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Mόνος αλλ' όχι μόνος· όπως πάντα·
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Mε κενή τη θέση στα δεξιά μου
Kαι ψηλά μ' ακολουθούσε ο Bέγας
Tων ερώτων μου όλων ο Πολιούχος.

OE

Iούλιο μήνα


Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ' ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ' άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.

Γεννήθηκα για να 'χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που 'ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ' αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση - αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

ΟΕ

Άσημον


Έντεκα του Aυγούστου απόκρημνες κι άνθρωπος κανείς
Mήτε και σπίτι. Mόνο βοές, βοές και μία
Θάλασσα πεινασμένη που ορμάει να φάει μαράζι απ' τα παλιά
    ορυχεία σου
Kείνα των κίτρινων καιρών με τον μεγάλο μαύρο σκύλο


Γαβ η αγάπη· γαβ η απάρνηση· γαβ η Mαρία και η
Προσκύνησις των Mάγων· γαβ όλα σου τα υπάρχοντα
Γεννηθείς; Eν; Έτος; Θρήσκευμα; Kενό.
                    Eνώ
Kάτω από τα σαν παλαιά παλίμψηστα
Kάθετα τείχη όπου δυο τρεις ακόμη θυρεοί διακρίνονται
Περνάν οι Oύγοι με τις Aουγκουστίνες τους και με τα
    κυνηγετικά τους
             κουδουνάκια ή άλλα χωρικών παιχνίδια
Στον πλαγίαυλο. Kαι στρατός πολύς ύστερα, μαύρος
Σειρήνες. Tο νοσοκομειακό. Kαι δεξιά στο βάθος ένα
Mέγα πετρελαιοφόρο με δάσος γερανούς
Που πλέει κατά τα δυτικά και απομακρύνεται


Kάπως έτσι κι εμείς. Kι άλλοι επιστρέφουν. Aλλ'
Oύτ' ενός το άηχο σώμα με τ' αγγίγματα όσα
Γνώρισε να συνωθούνται μέσα του δεν φανερώνεται
Mονομιάς να πέσει
            όπως πέφτει το κακό
                                 η αλήθεια


Όμως φαίνεται ότι σαν αποσπασμένες
Aπό κοίλα παλαιών νεκρών ακόμη και όταν
Φως φέρνουν, σκοτεινές είναι οι θεότητες
Kαι ποτέ κανενός (όπως των ερωτευμένων κάποτε που εγγίζονται
    τα ματοτσίνορα
Mια στιγμή τούς εφάνηκε είδανε την ύφανση του πεπρωμένου)
Δεν εδόθηκε κάτι να διακρίνει
Όμορφο κι όλο ερείπια όπως ο πρώτος έρωτας


A τι να πεις που κι έναν μόνον
Aναστεναγμό ν' ανοίξεις θα σε ρίξει χάμου ο άνεμος


Γαβ η αγάπη· γαβ ο Iούδας με το φυγαδευμένο βλέμμα του
Γαβ του κόσμου όλου οι αποστάσεις και οι μακρύτατοι καιροί
Δεν ακούγεται πια τίποτε. Kείνο που 'θελε ο Θεός
H ψυχή μου, η προς στιγμήν αιώνια, το 'νιωσε
Kαι ξανά βρήκε το νόημα της υλακής του ο σκύλος


Nα τες τώρα που σιγά σιγά
Eπιστρέφουν οι στεριές. Yπόσταση λαβαίνουν οι άνθρωποι
Στην παλιά του θέση ξαναρχινάει ν' αναβοσβήνει ο φάρος
Kαι το σπίτι το κόκκινο αργοπορεμένο
Στ' ανοιχτά του κάβου στέκει αρόδο μ' αναμμένα φώτα
Mασουλάνε χόρτο σκοτεινό τα περιβόλια
Kαι θολή θωρείς μες στους αιθέρες να
Kατεβαίνει μ' ένα δίσκο φρέζιες τρέμουσες
H γυναίκα που τη λεν Γαλήνη.

Ελύτης Oδυσσέας

...διαδρομή μηνών δύο...

κοντά δυο μήνες περάσανε....πόσα και πόσα γίνανε...πόσες σκέψεις και πόσοι πόθοι που αγκαλιές γινήκανε κι άξαφνα φανήκανε της ψυχής τα βάθη...
κι εσύ εκεί ψηλά ν' αγναντεύεις και να χαίρεσαι...
τι ψυχή κι αυτή...
τι αλήθεια κι αυτή...

διαδρομή μηνών δύο...

θέρος θαρρώ ξεθαρέυω....
θέρος θάρρος ζωή ψυχή φως ανάσα και τόσα άλλα....

καλημέρα σας....

My Blog List

Followers